Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

predicate adjective

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈprɛdɪkɪt ˈædʒɪktɪv/

Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο predicate παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: adjective
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
predicate [sth] vtr (affirm, declare)δηλώνω ρ μ
  δηλώνω κατηγορηματικά ρ μ + επίρ
  υποστηρίζω ρ μ
  βεβαιώνω ρ μ
 The priest predicated the goodness of all mankind in his touching sermon.
predicate [sth] on [sth] vtr + prep often passive (base [sth] on [sth])βασίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 I predicated my arguments on statistical evidence and facts.
predicate n (grammar: verb phrase) (γραμματική)κατηγόρημα ουσ ουδ
 The predicate is the part of a sentence that includes the verb and says something about the subject.
predicate n (logic: [sth] to affirm)κατηγόρημα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση predicate adjective στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «predicate adjective».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!